ενα μπλακ-μπλογκ...


...για τα πράγματα που υπάρχουν μέσα στο μυαλό μου και ψάχνουν χώρο και τρόπο για να βγούν...


Συμφωνείς να γίνει ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ στον Μίκη Θεοδωράκη

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

της τάξης, του ύπνου και του κώλου

Δεν πρόλαβα να κάνω τίποτα, ούτε τσιγάρο ν'ανάψω. Μπήκα σπίτι μου και τα βρήκα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, γραμμένα πίσω από αποδείξεις παντοπωλείου. Φημολογείται πως ανήκουν στην Ανατολή Αργά




της τάξης

το πλυντήριο πιάτων είναι
η μηχανή που δεν παράγει αξία
στην ταξική σχέση εκμετάλλευσης
της οποίας και μέρος είναι
η ιταλίδα Franzesca Bilioni
φεμινίστρια αυτόνομη εργάτρια
στις αρχές του '70 στη Ρώμη.




του ύπνου

Λένε τα ζωηρά παιδιά
όταν αποκοιμούνται
παραμιλούν οι τύψεις τους
κι ανθίζουν τα περβόλια
στα υψίπεδα που βρίσκονται
και μάτι δεν τα βλέπει
κι αν έχει ο χρόνος γυρισμούς
 η αγάπη ονειροκρίτες
κι αν κάποιον δεις στον ύπνο σου
να σου προσφέρει δυόσμο
είναι σημάδι ερωτικό
σταματημό δεν έχει
καθώς ο έρωτας κινεί
τα νήματα του κόσμου



του κώλου

Ζωή:
η θετική εννοιοδότηση της ανυπαρξίας
η κίνηση της θέλησης προς την πράξη
 κι άλλες πολλές τέτοιες ανοησίες
που τίποτα δεν σημαίνουν
κι όμως πολύ κόσμο συγκινούν
εκεί που η ζωή απουσιάζει
κι ανθίζει μόνο η πλήξη κι η ημιμάθεια















Η ανατολή Αργά το 1987 στο σπίτι της στα Εξάρχεια.
Την φωτογραφία την τράβηξα ο ίδιος μετά από χρήση ναρκωτικών

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

the meaning of working class


η εργατική τάξη δεν είναι μόνο ο πόλος που βρίσκεται αντίκρυ των μέσων παραγωγής

ούτε μόνο οι σχέσεις που επικρατούν εντός και εκτός πεδίου ταξικής πάλης

είναι και η κουλτούρα που κουβαλάνε οι ρωσοπόντιοι των πλατειών

είναι και οι μουσικές που ακούγονται αδιάκριτα από τις πολυκατοικίες των εργατικών

είναι και τα αφημένα κουτάκια που μένουν όταν φεύγουμε το απόγευμα από την αντίκα

είναι και οι σφαλιάρες που έδωσες χτες στον φασίστα φούρναρη στην Αιόλου,
που αγόράσαμε πέντε τυρόπιτες και μία ζαμπόν κασέρι αλλά δεν τις πληρώσαμε

είναι και τα  flows που έχωνες όταν βγήκαμε από το μπαρ που δούλευε η Μυρτώ, η κοπέλα που αγαπάς

είναι και οι τέσσερις κρυμμένες σιδερογροθιές που είχανε οι μπράβοι που είχε προσλαβει ο ραφτόπουλος, το αφεντικό του ble, όταν βρεθήκαμε στην αγία σοφίας

είναι και τα δάκρυα του αντώνη που τον απέλυσαν

είναι και όλα όσα είπες όταν ο διοικητής της ασφάλειας σε ρώτησε "τί είσαι;" κι εσύ απάντησες "είμαι τρελή κι ερωτευμένη"

αλλά μετά φοβήθηκα
κι άλλαξα πλευρό και ιδέες
αλλά ακόμα υποστηρίζω
ότι όλα όσα έχω πει
ισχύουν.

το νου σου στα σκυλιά.
Δαγκώνουν.


Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

τουλάχιστον έτσι χαζεύω το φως



Οι μέρες, από τις 2 το μεσημέρι και μετά, ήταν η πιο ευχάριστη ανάπαυλα ανάμεσα στις κατά τα άλλα πληκτικές και πολλές φορές δυσάρεστες νύχτες για το καθημερινό ωράριο της Νάντιας. Τόσα χρόνια στην δουλειά, η Νάντια είχε αναπτύξει μια σπουδαία ικανότητα διαχείρισης των θλιβερών αντρών με τους οποίους είχε καθημερινή συναναστροφή. Τί χειρότερο απ'αυτό αλλά και τί σπουδαιότερο: μία σοφία συμπυκνωμένη μέσα στις δυο σπιθαμές εναπομείνασας αξιοπρέπειας. Μια τρυφερότητα πασαλειμένη από κραγιόν της X-Factor και χωμένη διακριτικά κάτω από εξατμίσεις επαγγελματικών ΙΧ ΤΟΥΟΤΑ, ας πούμε, ή μέσα σε σκισμένες κιλότες, στα μέσα της διαδρομής από το μαγαζί προς το σπίτι.


 

Η Νάντια είναι διδακτορική φοιτήτρια. Καθημερινά υποστηρίζει την διατριβή της που είχε να κάνει με τον ρατσισμό στην ελληνική κοινωνία, την γενεαλογία του και τους αδίστακτους εκφραστές του, ας πούμε. 5 ευρώ για να πιάσεις μπούτι κι αν πιστεύεις ότι με εικοσάρικο θα με γαμήσεις να πας να ψάξεις αλλού παλιοκαριόλη, με την τελευταία λέξη να απουσιάζει συχνά από τις απαντήσεις της Νάντιας, όχι για άλλον λόγο παρά μόνο για την διατήρηση των προσχημάτων. Των πάντα απαραίτητων ό,που γεννιούνται τέρατα.

 Η Νάντια ήταν από τις παλιές. Όταν είχε πρωτοέρθει τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Της είχε επιφυλαχθεί μια αντιμετώπιση που ήταν κάτι σαν ένας συνδυασμός νέου στο στρατό και χοντρού στο γυμναστήριο, ας πούμε. Τώρα τα πράγματα έχουν κάπως αλλάξει, έχει δικτυωθεί κάπως καλύτερα με την ντόπια μαφία, ίσως να έπαιξε κάποιο ρόλο και το παιδί που έκανε με τον κ. Μπαγιόπουλο, διευθυντή του τοπικού Αστυνομικού Τμήματος. Αυτός δεν το αναγνώρισε βέβαια, αλλά είναι τόσο χέστηδες αυτοί οι άντρες όταν πάει να μαυρίσει η φήμη τους που κάνουν τόσες κωλοτούμπες όσες δεν μου ζητούσαν να κάνω εγώ πάνω στην μπάρα, αναφέρει η Νάντια στην διατριβή της.



 Σήμερα οι καθημερινές της αρμοδιότητες στον εργασιακό της χώρο περιορίζονται σε αυτό που οι σχετικοί του είδους ονομάζουν κονσομασιόν ήπιας έντασης. Δεν είναι τόσο αυτό, όμως, που κάνει τη Νάντια ανήσυχη ή κακόκεφη, ας πούμε. Το μεγαλύτερο μέλημά της είναι οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων :
αυτό που κάνει τα αγοράκια, ας πούμε, να θέλουν να παίξουν με κούκλες την στιγμή που πολλά κοριτσάκια δυσανασχετούν μπροστά σε κουβέντες για αντρικές κλανιές.
ή η πάντα διαχρονική αγάπη των παιδιών για τα σκαρφαλώματα και τις σπινιές με τα ποδήλατα.
η πεποίθηση που οδηγεί τον επαρχιώτη αγρότη να πιστεύει ότι είναι hyper-magkas επειδή μπορεί (ή όχι) να γαμήσει τη Νάντια με τα 100 ευρώ που κουβαλάει στην τσέπη του καφέ υφασμάτινου παντελονιού του.
όπως και η καταληκτική θέση που υποστηρίζει η Νάντια στην διδακτορική της διατριβή:

καλύτερα πισωκολλητό. έτσι δεν είμαι αναγκασμένη να τους βλέπω. αυτοί βάζουν τον βρώμικο πούτσο τους, κατεβάζουν μπροστά στα κλειστά μάτια τους τις απωθημένες επιθυμίες τους, βρίζουν εμένα, τη μάνα μου ή τη μάνα τους τους κι έτσι νομίζουν ότι γαμάνε. καλύτερα πισωκολλητό. τουλάχιστον έτσι χαζεύω και το φως που μπαίνει δειλά από τις γρίλιες των παντζουριών.








υγ:στη Χ και στη Γ που δεν το περίμενα τόσο πολύ

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

φαινόμενα παροδικά

η εργάτρια κοίταξε για μια στιγμή στα μάτια τον άνεργο.

Εγκλωβίστηκες, του είπε.

Δώσε μου ένα τσιγάρο αν θες να με βοηθήσεις, της απάντησε αυτός.

Η εργάτρια τέντωσε το χέρι της και του πρόσφερε το "Θέσεις για την φιλοσοφία της ιστορίας" του W. Benjamin.

Τότε ξανακοιτάχτηκαν στα μάτια. 

Κι ετσι, συνέβη για λίγο κομμουνισμός.





Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Στην ακρογιαλιά της Όστια

αγαπητό και αναρχοαυτόνομο κοινό του rupax-rupax.blogspot.com,

αυτή είναι η ώρα των εκμυστηρεύσεων :
η ώρα που ο ήλιος δύει ήσυχα στα δωμάτια των προαστίων
και στις κουρτίνες διεισδύουν σκιές και αντανακλάσεις,
η ώρα που πετιούνται κούτσουρα στον κάδο ενώ ο catkiller σκέφτηκε να μιξάρει την edith piaf,
η ώρα που αντιστρέφονται οι πόλοι στα φορτισμένα σωματίδια
και η ώρα που η θερμοκρασία στον κλίβανο φτάνει τους 1500 βαθμούς Κελσίου.
αυτή είναι η ώρα των ενοχών :
η ώρα που απαγγέλεται η ποινή και όχι η κατηγορία,
η ώρα του προαυλίσματος και όχι της αποφυλάκισης,
η ώρα που το κορίτσι με το κόκκινο παλτό αναρωτιέται "μα τί συνέβαινε στην Ιταλία το 1978".
αυτή είναι η ώρα που μας αφορά :
η ώρα που θα κατέβουμε την αποστόλου παύλου κρατώντας το πανό που θα γράφει "αυτή η γη είναι δική μας",
η ώρα που ανασαίνει η ζωή
ποτέ μες στις πολλές συνήθειες των ανθρώπων.

Λέγανε οι παλιοί ότι τα κλάματα στερεύουνε πριν αρχίσουνε τα γέλια και ποτέ δεν κατάλαβα τι εννοούνε αλλά απόψε αν γίνεται άφησέ με να έρθω μαζί σου όχι επειδή θέλω, έτσι για να σου δείξω ότι έχω διαβάσει κι εγώ ρίτσο τελως πάντων και αν υπάρχει κάτι που έμεινε ζωντανό μέσα μου αυτό είναι η ειρωνεια και η βεβαιότητα μου για τους λόγους που με κάνουν θλιμμένο. εσύ μπορείς να την γκρεμίσεις αυτη την πολιτεία την τσιμεντένια; αυτό τον ντουνιά τον χάρτινο;εγώ δεν τα κατάφερα,δεν προσπάθησα και όσο έπρεπε βέβαια μπορεί να χεις δίκιο να και ένας ακόμα λόγος που θα θελα να έρθω μαζί σου.όχι για πολύ να μέχρι εκεί που φαίνεται ότι πηγαίνει ο δρόμος να δω κι εγώ τι γίνεται πίσω από τις φάμπρικές, να δω κι εγώ πως ζητάνε ευγενικά για αγάπη και όχι έτσι αδέξια όπως έμαθα να μιλάω και να γράφω.

την ξερεις την όστια; είναι εκεί που ο pino pelosi δολοφόνησε τον pier paolo pasolini. γινόταν κι άλλα στην Ιταλία τότε, ξέρεις. μα εγώ δεν θα μείνω απόψε εδώ. θα ανατρέψω το σενάριο, θα ανατρέψω την ποίηση.
Την ποίηση που έχω.
την ποίηση που με έχει.

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Ο Ζήσης και ο Αχμέτ (και ο Θόδωρας)

Στην γειτονιά μου μένουνε δύο παιδιά.
Ο Ζήσης και ο Αχμέτ.
Ο Ζήσης είναι γιος μιας μικροαστικής οικογένειας
που η μητέρα είναι δημόσιος υπάλληλος
αλλά βγάζει λεφτά και από ιδιαίτερα μαθήματα αγγλικών
και ο πατέρας έχει μια μικρή εταιρία
που εμπορεύεται και εγκαθιστά φωτοβολταϊκά συστήματα
και απασχολεί 8 εργαζόμενους.
Σήμερα το απόγευμα, ενώ ο Αχμέτ έπαιζε με τον Ζήση, κύλησε ανάμεσά τους ο εξής διάλογος:
Α: Πού πας;
Ζ: Πάω στο σπίτι να διαβάσω.
Α: Τί να διαβάσεις;
Ζ: τα μαθήματα που...
Α: Τί;
Ζ: τα μαθήματα που...
Α: Ε;
Ζ: Μαθήματα.
Α: Κάτσε λίγο ακόμα.
Ζ: έχω πει ότι...
Α: Τί;
Ζ: έχω πει ότι...
Α: Ε;
Ζ: Μαθήματα.
Α: Καλά άντε γειά.




Αυτά τα λίγοστά για αρχή, σε μια προσπάθεια να σουλουπώσω σε έυσχημα μεγέθη την ποιητική εμπειρία που βιώνει κάποιος βλέπωντας Αγγελόπουλο. Βλέπωντας τί ακριβώς δηλαδή;
Βλέπωντας κατ'αρχήν ένα αγνό κολάζ ήχου και εικόνας. Βλέπωντας τον πραγματικό χρόνο σε πλαστικά καλούπια, συνεχώς μεταβαλλόμενα και σημειολογικά πλήρη. Βλέπωντας χαρακτήρες αντιδραματικούς σε σκηνές λυρικές και βλέπωντας την αγωνία ενός πλάνου να σταματήσει εκεί που είναι προορισμένο να σταματήσει. Κατανοώντας τον αγνό, υλικό και καθημερινό αγώνα μιας τάξης να αποβάλλει από πάνω της την ρετσινιά του εαμοβούλγαρου και με τις πλέον καλοπροαίρετες προθέσεις να βάλει το κεφάλι της κάτω από τον μπαλτά της κατανάλωσης, της ταξικής ανόδου, της υλικής ολοκλήρωσης. Κατανοώντας την στυγνή βιαιότητα της "ομαλής μετάβασης" από τον εργάτη μάστορα στον εργάτη-μάζα μέσα από τις ανιχνεύσεις του σκηνοθέτη σε διόλου αμελητέες συνέπειες στην βιοματική μικροκλίμακα. Εκεί που όλα συμβαίνουν και τα πάντα επιτρέπονται.
Μία αφήγηση με τα όλα της. Με τις αντικειμενικές προϋπουθέσεις, ας πούμε του γαλήνιου αφηγητή, του κατάλληλου ηχητικού φόντου, της κατάλληλης ιστορίας για αφήγηση. Αυτής δηλαδή που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι αν όχι της παιδικής μας εμπειρίας, σίγουρα όμως των παιδικών μας αφηγήσεων και της αναπαριστάμενης εικόνας που είχαμε σχηματίσει για το "πώς ήταν τα πράγματα παλιά". Τότε που ακόμα η Ελλάδα ήταν ψωροκώσταινα. Ήταν όμως όντως έτσι;
Αυτό που μέσα από τα φιλμ του Αγγελόπουλου αποτυπώνεται άμεσα είναι ότι αυτός ο τόπος έχει ποτιστεί με πολύ αίμα μέσα στα αυλάκια του. Από τις χαράδρες του Γράμμου μέχρι τις βάθρες των Κυθηρων. Και από τα αρχοντικά της Βασιλλίσης Όλγας μέχρι τις προλεταριακές γειτονιές του Γκάζι και του Μεταξουργείου. Εκεί που ο εμφύλιος ταξικός πόλεμος μαινότανε στ' αλήθεια και όχι κάτω από ορθωμένες μούτζες ή ακόμα και φλεγόμενες χάινεκεν. Και πράγματι θα συντασσόμουνα απόλυτα με μια προσέγγιση ότι "αυτά το κόκαλλα δεν σάπισαν από το 49". Γιατί στη μνήμη μας ακόμα τρέχει φρέσκο αίμα. Αίμα κόκκινο, οικουμενικό, προλεταριακό, αναρχικό.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

ο σιδεράς


 
Μην με περάσεις για κανέναν χαζό. Θυμάμαι και παραθυμάμαι, παππού.
Ξεφτίλες είναι ρε όλοι τους, ξεφτίλες. Παραμυθιασμένοι.
Που την είδανε από εργάτες αφεντικάνες, που λέει κι ο νικόλας.
Έτσι τα περάσαμε αυτά τα χρόνια παππού. Με τον βεβαιότητα ότι δεν θα γίνουμε εργάτες.
Εμείς και τα παιδιά μας.
Όχι στις δικές μας πλάτες, όχι με τα δικά μας κότσια.
Στην πλάτη του Αρμάντο, του Κρίστο, της Σβετλάνας και του Ομάρ.
Που, ξέρεις, η στοματική μας κοιλότητα δεν μπορούσε να προφέρει τα ονόματά τους.
Κι ο Αρμάντο έγινε Πέτρος, η Σβετλάνα έγινε Σούλα και τέτοια.
Αλλά τον Κριστόφ Βαζέχα, τον Ντάου Τζόουνς και την Μερσέντες την Κομπρέσορ την είχαμε μάθει απ' έξω.
Και “γουάτ ντου γιου γουόντ το ντρινκ” και τέτοια στους Ευρωπαίους.
Μούγκα στους τουρίστες και στα αφεντικά. Αλλά στους εργάτες μαγκιά.
Οι ξεφτίλες, παππού, οι ξεφτίλες.
Κι έτσι μια μέρα όλο το όνειρο άρχισε να γκρεμίζεται.
Πάνω στα κεφάλια μας παππού.
Πάνω στα κεφάλια μας.
Που να σου τα λέω, έφυγες και δεν τα είδες πως έγιναν.
Γαμώ την Ελλάδα και τους Έλληνες παππού.
Ζήτω το παγκόσμιο προλεταριάτο.
Απλά δεν τα λέω ρε παππού; κατανοητά δεν σου είναι;







στην μνήμη του εργάτη
και παππού μου
Β.Κ.